Σάββατο 30 Απριλίου 2011

καλημέρα


 Στα χείλη των βρεγμένων κανονιών
τα δάκρυά σου μπερδευτήκαν με το αίμα
και φτιάξαν νέες ζωγραφιές
και καρτ-ποστάλ για τους απελπισμένους.

Εκεί σταμάτησε η βροχή.
Βγήκε ένας ήλιος,
δραπέτης απ΄τα σύννεφα του φόβου.
Σεβάστηκε τις ζωγραφιές
που φτιάξαν τα παιδιά στον μαυροπίνακα...
Δέντρα χριστουγεννιάτικα
με ματωμένες τις εξέδρες...

Εκεί αγαπήθηκε ο Χριστός
βρέφος καθώς τον σταύρωναν
με μουσικές παράταιρες και με παιάνες
από τα πλήκτρα των ερπυστριών...

...Τα χείλη των βρεγμένων κανονιών
ψελλίζανε σχεδόν συλλαβιστά
την καλημέρα.

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Αυτόφωρες διαδικασίες


Λέξεις γυμνές φυτρώναν στα χωράφια.
Δίχως δασείες και ψιλές,
χωρίς περισπωμένες.
Λέξεις στεγνές σαπίζανε
σε πλαστικά ανθοδοχεία.

Ο ενεστώτας κάτωχρος
έψαχνε ρήματα στις λάσπες,
μέσα σε κάδους σκουπιδιών
που στόλιζαν βιτρίνες και σαλόνια.
Αντωνυμίες ορφανές
κούρνιαζαν στα συρτάρια των γραφείων.
Ξυπόλυτα θαυμαστικά
Αλήτευαν στους δρόμους.
Παίζαν κρυφτό, κυνηγητό
μ΄ επιφωνήματα σβησμένα
 κι αναζητούσαν τη δροσιά
σε όξινες δεξαμενές
και ψεκασμούς φυτοφαρμάκων.

Ο γέρο-παρατατικός
ταξινομούσε τα πατάρια
στριμώχνοντας στις εσοχές
καμμένα λάδια,
θορυβώδεις εξατμίσεις,
άτολμους έρωτες,
παλιά σταχτοδοχεία,
κυνηγημένες ζωγραφιές
κι αυτόφωρες διαδικασίες.

Στα ορυχεία του μέλλοντος
οι εργάτες ακονίζανε τις σκέψεις
σε σκουριασμένα σφυροδρέπανα και πριονοκορδέλες.

Με φράσεις απαστράπτουσες
έγχρωμα πυροβόλα
διαπόμπευαν ανθρώπους στις πλατείες.