Στα χείλη των βρεγμένων κανονιών
τα δάκρυά σου μπερδευτήκαν με το αίμα
και φτιάξαν νέες ζωγραφιές
και καρτ-ποστάλ για τους απελπισμένους.
Εκεί σταμάτησε η βροχή.
Βγήκε ένας ήλιος,
δραπέτης απ΄τα σύννεφα του φόβου.
Σεβάστηκε τις ζωγραφιές
που φτιάξαν τα παιδιά στον μαυροπίνακα...
Δέντρα χριστουγεννιάτικα
με ματωμένες τις εξέδρες...
Εκεί αγαπήθηκε ο Χριστός
βρέφος καθώς τον σταύρωναν
με μουσικές παράταιρες και με παιάνες
από τα πλήκτρα των ερπυστριών...
...Τα χείλη των βρεγμένων κανονιών
ψελλίζανε σχεδόν συλλαβιστά
την καλημέρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου