Λέξεις γυμνές φυτρώναν στα χωράφια.
Δίχως δασείες και ψιλές,
χωρίς περισπωμένες.
Λέξεις στεγνές σαπίζανε
σε πλαστικά ανθοδοχεία.
Ο ενεστώτας κάτωχρος
έψαχνε ρήματα στις λάσπες,
μέσα σε κάδους σκουπιδιών
που στόλιζαν βιτρίνες και σαλόνια.
Αντωνυμίες ορφανές
κούρνιαζαν στα συρτάρια των γραφείων.
Ξυπόλυτα θαυμαστικά
Αλήτευαν στους δρόμους.
Παίζαν κρυφτό, κυνηγητό
μ΄ επιφωνήματα σβησμένα
κι αναζητούσαν τη δροσιά
σε όξινες δεξαμενές
και ψεκασμούς φυτοφαρμάκων.
Ο γέρο-παρατατικός
ταξινομούσε τα πατάρια
στριμώχνοντας στις εσοχές
καμμένα λάδια,
θορυβώδεις εξατμίσεις,
άτολμους έρωτες,
παλιά σταχτοδοχεία,
κυνηγημένες ζωγραφιές
κι αυτόφωρες διαδικασίες.
Στα ορυχεία του μέλλοντος
οι εργάτες ακονίζανε τις σκέψεις
σε σκουριασμένα σφυροδρέπανα και πριονοκορδέλες.
Με φράσεις απαστράπτουσες
έγχρωμα πυροβόλα
διαπόμπευαν ανθρώπους στις πλατείες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου